| jeopardy |
διακινδύνευση,
κίνδυνος |
| jettison |
ρίχνω
μέρος του φορτίου στη θάλασσα σε περίπτωση που κινδυνεύει άμεσα το πλοίο |
| job |
θέση,
δουλειά |
| jobber |
(χρηματο)μεσίτης
(συνών. stock jobber) |
| joint account |
κοινός
λογαριασμός |
| joint venture |
κοινοπραξία |
| joker |
διαπραγματευτής
μετοχών στο χρηματιστήριο, μπαλαντέρ |
| journal |
ημερολόγιο,
λογιστικό βιβλίο που καταχωρούνται οι συναλλαγές της ημέρας (journal entry) |
| jump at the offer |
δέχομαι
αδίστακτα προσφορά |
| jump on the bandwagon |
ακολουθώ
το ρεύμα, πάω με τους νικητές |
| jump to conclusions |
σπεύδω
σε συμπεράσματα |
| judge/judgement |
κρίνω,δικάζω/κρίση,
δικαστική απόφαση |
| junk |
παλιοπράγματα,
άχρηστα |